Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Όρια στην ελευθερία της έκφρασης: Αναγκαιότητα ή Κερκόπορτα;



Τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης: προσφιλές θέμα τόσο για λυκειακές εκθέσεις όσο και για επαγγελματίες αρθρογράφους. Θέμα πάντα πάντα επίκαιρο, αφού και οι εκφάνσεις του είναι πολυποίκιλες και καθόλου ευάριθμες: έκφραση πολιτική, καλλιτεχνική, κοινωνική, εθνική κ.ο.κ. Θέμα που εκ πρώτης όψεως φαντάζει πολυπαιγμένο, χιλιοειπωμένο, όμως αυτή του η «τριβή» δεν αναιρεί τη σημασία του και τη σπουδαιότητά του, ιδίως σε μία κοινωνία όπως η σημερινή, πολυπολιτισμική, πολυμορφική και – ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο – λιγότερο ανεκτική απ’ό,τι θα προσδοκούσε κανείς, αναλογικά με αυτή ακριβώς την πολυδιάστατη φύση της.

Εκ πρώτης όψεως, επίσης, φαίνεται να υπάρχουν και δύο απαντήσεις στο ανωτέρω ερώτημα, όσο κι αν κι αυτές κινούνται στα όρια του αναμενόμενου: «Ναι, υπάρχουν όρια στην ελευθερία της έκφρασης» και «Όχι, δεν υπάρχουν όρια στην ελευθερία της έκφρασης». Αμφότερες οι απαντήσεις χρειάζονται την περαιτέρω αιτιολόγησή τους: Ποια είναι τα όρια που θα μπορούσαν να τεθούν στην ελευθερία της έκφρασης και ποια θα είναι τα κριτήρια αυτών; Και εναλλακτικά, βάσει ποίας επιχειρηματολογίας πρέπει να αποκλειστεί εντελώς η πιθανότητα να τεθούν όρια στην έκφραση;

Η απάντηση, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, βρίσκεται κάπου στη μέση, όσο κι αν αυτό φαντάζει στιγμιαία αδύνατο, οξύμωρο, με δύο ερωτήματα φαινομενικά ασυμβίβαστα μεταξύ τους, αλληλοαποκλειούμενα. Πώς μπορεί κανείς να υποστηρίζει να μην υπάρχουν όρια στην ελευθερία της έκφρασης και συγχρόνως να υποδεικνύει ένα είδος ορίου;

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει οτιδήποτε στον σύγχρονο πολιτισμένο κόσμο, είτε υλικό είτε άυλο, στο οποίο να μην τίθεται έστω και ένα ελάχιστο όριο, είτε γραπτό είτε άγραφο, είτε ποινικό είτε εθιμικό. Ο Άγγλος φιλόσοφος Τόμας Χομπς είχε τονίσει πολύ εύστοχα πως ο άνθρωπος θυσίασε την ελευθερία του για την επιβίωση, για να μπορέσει να συστήσει ένα οργανωμένο περιβάλλον, την κοινωνία, και να ζήσει μέσα σε αυτή. Η ελευθερία που βιώνουμε σήμερα, ως μέλη μίας κοινωνίας, είναι μία, συνειδητά και με ομόφωνη συγκατάθεση, ευνουχισμένη ελευθερία, μερική ελευθερία, περιορισμένη ελευθερία, ένα ημίμετρο στη θέση μίας πλήρους ελευθερίας, η οποία είναι ανέφικτη, αφού η επιστροφή της θα σήμαινε την καταβαράθρωση των κοινωνικών συμβολαίων, δηλαδή μίας ειρηνικής και ασφαλούς συνύπαρξης ανθρώπων, δίχως βία και χάος.

Στην ίδια συλλογιστική περί ελευθερίας υπόκειται και το ξεχωριστό υποείδος της, η ελευθερία της έκφρασης. Τι θέλω να πω με αυτό; Η ελευθερία της έκφρασης επιτρέπεται μέχρι εκεί που δεν βλάπτει ενεργά κάποιον – με αυτό εννοώ κάποιον άλλον από αυτόν που δημιουργεί αυτή την έκφραση, αφού υποστηρίζω σφόδρα το δικαίωμα σε κάποιον να ορίζει και να κυβερνά το σώμα του όπως ακριβώς το επιθυμεί (χαρακτηριστικό παράδειγμα οι performance artists που συχνά ακρωτηριάζουν και παραμορφώνουν το σώμα τους ως ένα παράδειγμα «εξτρεμιστικής» και προκλητικής τέχνης).

Ωστόσο, το τι σημαίνει «βλάπτω τον άλλον» σηκώνει και αυτό συζήτηση. Η χιονοστιβάδα «πολιτικής ορθότητας» (political correctness) που έχει καταπλακώσει τον δημόσιο βίο τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια έχει νοθεύσει, επικινδύνως πολλές φορές, όρους που προηγουμένως φάνταζαν αρκετά ξεκάθαροι. Η έννοια της λέξης «βία», για παράδειγμα, έχει διογκωθεί επικίνδυνα, αρχής γενομένης φυσικά από την κοιτίδα της πολιτικής ορθότητας, τις ΗΠΑ. Τα τελευταία χρόνια, έχουν σημειωθεί ακόμα και περιστάτικα τύπου: υπάλληλος σε γραφείο να δέχεται μήνυση για σεξουαλική παρενόχληση από γυναίκα συνάδελφό του επειδή διηγήθηκε ένα σεξιστικό ανέκδοτο στο εργασιακό περιβάλλον. Είναι άλλο πράγμα να καταδικάζεις τη συμπεριφορά κάποιου ως κακόγουστη και προσβλητική, όπως είναι ένα σεξιστικό ανέκδοτο, και άλλον να τη δαιμονοποιείς και την πλασάρεις με περίβλημα «ψυχολογικής βίας». Η βία παραμένει, κατεξοχήν, μία έννοια που αναφέρεται στη φυσική υπόσταση και πρέπει να διαχωριστεί από τις λέξεις, οι οποίες δεν δύνανται να υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς με το σώμα. Ακόμα κι έτσι, όμως, μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί τον λόγο όπως επιθυμεί, να προσβάλλει ό,τι θέλει και όπως θέλει.

Με άλλα λόγια, είμαι υπέρ μίας αποσυναισθηματοποίησης των ανθρώπων ως προς την εννοούμενη «προσβολή» που προκύπτει μέσα από την έκφραση. Θεωρώ την ποινική διάσταση της «εξύβρισης» ορθώς χρησιμοποιούμενη μόνο σε πολύ λίγες, ακραίες περιπτώσεις. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ σωστή την ποινικοποίηση της προσβολής των αποκαλούμενων «εθνικών» και πάτριων συμβόλων – είναι τουλάχιστον άτοπο και άστοχο σε μία παγκοσμιοποιημένη εποχή όπως η σημερινή να αγκιστρωνόμαστε σε τέτοιες έννοιες-απολιθώματα. Δεν θεωρώ ότι κάποιος πρέπει να αποτραπεί από το να λέει σεξιστικά ή ρατσιστικά ανέκδοτα στους συναδέλφους του ή να παρελαύνει διαδηλώνοντας υπέρ του Ναζισμού ή να εκθέτει ένα έργο τέχνης που αντλεί από μία π.χ. παιδοφιλική αισθητική. Καμία από τις παραπάνω ενέργειες δεν μπορεί να βγάλει, ως διά μαγείας, χέρια ή όπλα και να επιτεθεί σε άλλους – όποιος δεχθεί αρνητικές ή θετικές επιρροές από τις παραπάνω ενέργειες, είναι και υπεύθυνος γι’ αυτό, όπως και όλοι είμαστε υπεύθυνοι του εαυτού μας, κατά την υπαρξιστική θεώρηση του Σαρτρ. Και εκτός των άλλων, το να μπει τροχοπέδη στην ελευθερία της έκφρασης (άλλο από τον σεβασμό στην φυσική ακεραιότητα και περιουσία του άλλου) θα μπορούσε να λειτουργήσει ως Κερκόπορτα για να ξεγλιστρήσουν ύπουλα και σταδιακά, ολοένα περισσότεροι περιορισμοί, ιδιαίτερα στον σημερινό κόσμο της τρομολαγνείας, του «φακελώματος» και του έμμεσου παγκόσμιου «συγκεντρωτισμού».

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Τα πολλά πλοκάμια της αποχής


Τι σηματοδοτεί η αποχή-ρεκόρ από τις φετινές δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές; Πολύ μελάνι έχει χυθεί εις άγραν απάντησης. Ομοίως, ουδόλως λίγος τηλεοπτικός χρόνος έχει δαπανηθεί – είτε στα παράθυρα των δελτίων ειδήσεων είτε στα μακρόστενα τραπέζια των αμερικανοτρόπων «τοκ σόου» - για το ζήτημα της πρωτοφανούς αποχής, της εννοιολογικής διάστασης του, καθώς και των αποτελεσμάτων που φέρει στην ελληνική κοινωνία.

Πρόκειται για ένα ερώτημα που επιδέχεται πολλαπλών απαντήσεων. Άλλωστε, θα ήταν υπεραπλούστευση και απλοϊκή θεώρηση του ζητήματος να υποστηρίξουμε πως η αποχή, ως φαινόμενο που έχει λάβει πλέον μαζικές διαστάσεις και στη χώρα μας (ακολουθώντας αντίστοιχες τάσεις άλλων κρατών της Δύσης) πρώτον, εκφράζει μόνο ένα μήνυμα και μία κατάσταση, και δεύτερον, η επίδραση που ασκεί είναι μονόπλευρη και μεμονωμένη. Αντ’ αυτού, ως προϊόν ενδεικτικό του πολύμορφου κοινωνικού και πολιτικού τοπίου και εκφραστής αυτού, η αποχή χαίρει τόσο πολλαπλών αιτίων όσο και αποτελεσμάτων, συμβάλλοντας βεβαίως στο κλίμα σύγχυσης (ιδεολογικής και άλλων ειδών) που επικρατεί στη χώρα μας.

Πρωτίστως, η αποχή σηματοδοτεί αυτό ακριβώς που διατείνονται όλα τα μέσα, το πλέον προφανές λαϊκό μήνυμα: δυσαρέσκεια. Δεν είναι τυχαίο πως η σταδιακή όξυνση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία, όξυνση των πραγμάτων σε επίπεδο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, αποκρυσταλλώνεται μέσα από τη διογκούμενη δυσπιστία και δυσαρέσκεια του ελληνικού λαού. Η διαφθορά, η δυσλειτουργία όλων των μεγάλων συστημάτων, η αύξηση της εγκληματικότητας, η μεγέθυνση της φτώχειας και της ανεργίας, σε συνδυασμό βεβαίως με τη διόγκωση όλων αυτών χάρη στον παρεμβατικό ρόλο των τρομολάγνων μέσων, έχουν συμβάλλει στην άνοδο της δυσαρέσκειας και έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στην καλλιέργεια του κλίματος αποχής και αποστασιοποίησης από τα πολιτικά πράγματα. Η οικονομική κρίση που βιώνει πλέον η ελληνική κοινωνία συνέβαλε στην κλιμάκωση αυτής της δυσαρέσκειας, με φυσικό και διόλου αναπάντεχο επακόλουθό της τα εντυπωσιακά ποσοστά αποχής από τις εκλογές. Η δυσπιστία απέναντι στην αποτελεσματικότητα των πολιτικών θεσμών και απέναντι στην όποια ισχύ φαινόταν να κατέχει κάποτε η ψήφος έχουν επισφραγίσει για πολλούς την απόφαση «όχι, δεν θα ψηφίσω».

Δευτερευόντως, βέβαια, η αποχή αποτελεί και αποχρώσα ένδειξη του ολοένα μεγαλύτερου απολιτικού κλίματος που χαρακτηρίζει την κοινωνία μας. Δεν είναι ακριβώς έκπληξη ότι μεγάλη μερίδα της νεολαίας συνδέει εσφαλμένα την κομματικοποίηση με την πολιτικοποίηση. Οι εικόνες και τα ερεθίσματα που δέχονται από την πολιτική σφαίρα και τους πολιτικοποιημένους συνομηλίκους δεν είναι οι πιο ελκυστικές και ευχάριστες. Σε ένα πνεύμα απλούστευσης και γενίκευσης – δυστυχώς σε ένα σημαντικό βαθμό δικαιολογημένης – οι περισσότεροι νέοι ρίχνουν τα πάντα, ομοειδή και μη, στο ίδιο τσουβάλι και συλλογικά αφορίζουν τους πολιτικούς θεσμούς ως κάτι απεχθές και κάτι που πάντως δεν αφορά τους ίδιους, τις ζωές τους, τις επιδιώξεις και τις ανησυχίες τους. Η πολιτική αντιμετωπίζεται ως οιονεί επιστημονική φαντασία, μία πραγματικότητα υπερρεαλιστική, απομακρυσμένη από την καθημερινότητα, μία φαντασιακή πραγματικότητα στην οποία δεν αξίζει να αφιερώσει χρόνο κανείς, αφού δεν πρόκειται να ωφεληθεί. Φυσικά αυτή η κοσμοθεωρία εντάσσεται μερικώς και στην προαναφερόμενη μαζική δυσπιστία της κοινωνίας απέναντι στα πολιτικά πράγματα, με την οποία γαλουχείται η νέα γενιά.

Φυσικά, μία μερίδα των όσων απείχαν ενδεχομένως να εκφράζουν και μία σταδιακή στροφή προς νέες ιδεολογίες. Δεν είναι τυχαία άλλωστε πως η αποχή αποτελεί βασική θέση σε ιδεολογίες όπως η αναρχία – σε καιρούς βαθιάς πολιτικής κρίσης όπως η τωρινή, ευνοείται η στροφή, περιορισμένη ή μη, προς άλλες ιδεολογίες, από τον φασισμό μέχρι την αναρχία.

Για την επίδραση που η αποχή-μαμούθ των φετινών εκλογών επιφυλάσσει για την κοινωνία μας είναι νωρίς ακόμα να αποφανθεί κανείς. Ωστόσο, είναι γεγονός πως η αποχή, ως συνειδητή απόφαση και ακόμα καλύτερα επενδυμένη με το προκάλυμμα της «πολιτικής πρότασης», έχει αποενοχοποιηθεί για τα καλά πλέον. Ολοένα περισσότερο ακούει κανείς σε πηγαδάκια νεαρών και όχι τόσο νεαρών, να εξυμνούνται τα καλά της αποχής και η δύναμη που αυτή χαρίζει στον λαό. Η όποια ντροπή και απροθυμία που χαρακτήριζαν κάποτε τον Έλληνα που είχε προβεί ή σκόπευε να προβεί στη μη-ψήφο έχουν ξεπεραστεί και αποκαθηλωθεί από τον θρόνο τους. Η αποχή παγιώνει την ισχύ της και μεταμορφώνεται στο νέο λάβαρο γύρω από το οποίο συσπειρώνεται μία επιφανειακά δυσαρεστημένη και συνειδητοποιημένη νεολαία, η οποία ωστόσο στην πραγματικότητα φλερτάρει επικίνδυνα με τον (α)πολιτικό αυτισμό. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως πλήθος νέων που μίλησαν για λογαριασμό της τηλεοπτικής κάμερας αγνοούσαν ακόμα και τα ονόματα των υποψηφίων για τις περιοχές στις οποίες ψήφιζαν.

Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

Πώς η κρίση ξεσκέπασε το απατηλό όνειρο του δημοσιοϋπαλληλισμού


Η τρέχουσα οικονομική κρίση της Ελλάδας κατέδειξε ένα πρόβλημα, πανθομολογούμενο και συνάμα, τροπόν τινά, «ανοιχτό» μυστικό μεταξύ όλων μας: τον καταστροφικό ρόλο που έχει επιτελέσει ο δημόσιος τομέας στη χώρα μας, τόσο σε επίπεδο υλικό/ οικονομικό, όσο και σε επίπεδο άυλο, πνευματικό, σε επίπεδο ιδεών και αξιών.

Η αναγωγή του «δημοσιοϋπαλληλισμού» σε ιδεολόγημα με άφθονους οπαδούς στην Ελλάδα δεν είναι βεβαίως καινούρια υπόθεση. Από την εποχή ακόμα της σύστασης του σύγχρονου ελληνικού κράτους, τα ρουσφέτια, οι πελατειακές σχέσεις και η ευνοιοκρατία όχι μόνο γίνονταν αποδεκτά ως θεμιτή λύση αλλά και εγκωμιάζονταν συχνά ως η προσδοκώμενη (εφόσον εφικτή) και πλέον αποτελεσματική πορεία προς τη σώρευση πόρων και αξιωμάτων και την εν γένει βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Όλα στο πλαίσιο μίας μικρόψυχης κρυψίνοιας, βεβαίως, ενός χρόνιου στρουθοκαμηλισμού, πάνω στον οποίο διατρανώθηκε και παγιώθηκε το οξύμωρο του «ελληνικού ονείρου»: εξυπηρέτηση ατομικιστικών συμφερόντων μέσω της πλατφόρμας του Δημοσίου.

Βέβαια, τα τελευταία χρόνια θα έλεγε κανείς πως το δημοσιοϋπαλληλίκι έχει αναχθεί πλέον στο ύψιστο αγαθό, τον υπέρτατο στόχο που δύναται και οφείλει να ονειρεύεται πως θα κατακτήσει ο μεσοαστός και μικροαστός. Εξαιρουμένων των ανώτερων οικονομικά στρωμάτων, σύσσωμη η υπόλοιπη Ελλάδα ευθυγραμμιζόταν προς το ένα και μόνο όνειρο, την απόκτηση μίας δημοσιοϋπαλληλικής θέσης, όποια κι αν είναι αυτή, όσο ολιγόμισθη ή αδιάφορη κι αν είναι. Η εξασφάλιση του σταθερού και σίγουρου μισθού του Δημοσίου εκθρόνισε και καταβαράθρωσε κάθε άλλο όνειρο, κάθε άλλη αξίωση, σε μία κοινωνία στην οποία ο ιδιωτικός τομέας από τη μια έχει προ πολλού κορεστεί – ένεκα της μικροσκοπικής αγοράς μας και των ανέκαθεν λιμνάζοντων υδάτων της – και η πρωτογενής παραγωγή από την άλλη φαίνεται να βρίσκεται σε μία χρόνια εμβρυϊκή κατάσταση, χωρίς την προοπτική ενός σωτήριου τοκετού στο ορατό μέλλον.

Το πώς έφτασε ο κάθε νέος στην Ελλάδα να ονειρεύεται να μπει στο Δημόσιο και να εγκλωβιστεί σε μία εργασία ενδεχομένως ενίοτε ανιαρή, αντιπαραγωγική και αδιάφορη, αντί να επιδοθεί στους πιο συνήθεις για τους νέους «τρελούς» οραματισμούς για μεγαλειώδη κατορθώματα και επιτεύγματα, δεν χρειάζεται λοιπόν αϊνσταϊνική ποιότητα σκέψης. Και πέραν των οικονομικών σκοπέλων που ανέκαθεν εμπόδιζαν την ανάπτυξη ενός υγιούς οικονομικού τομέα και δη της πρωτογενούς παραγωγής στη χώρα μας – αφού τα χρήματα ποτέ δεν αξιοποιήθηκαν προς μία αυθεντικά παραγωγική κατεύθυνση – το δάχτυλο της κατηγορίας πρέπει να το απευθύνουμε στους ίδιους τους ανθρώπους, τις παλαιότερες γενιές.

Οφείλει να αναλογιστεί κανείς, άλλωστε, πως η συντριπτική πλειοψηφία των ελληνόπουλων μεγάλωσαν σε ένα καθεστώς ωραιοποίησης και άκρατης εξιδανίκευσης του δημοσιοϋπαλληλισμού και των διά βίου οφελών του. Η γονεϊκή προπαγάνδα επιτέλεσε με αποτελεσματικότητα τον ρόλο της, οδηγώντας πολλούς νέους, είτε απρόθυμους είτε εθελοτυφλούντες είτε υπερπρόθυμους λόγω της επιτυχούς πλύσης εγκεφάλου, στον δημόσιο τομέα, χαραμίζοντας έτσι, θεωρητικά, πολλά σπουδαία ταλέντα, μυαλά, επιστήμονες, καλλιτέχνες και τεχνίτες, όλοι τους «άξιες» θυσίες στον βωμό της εμμονοληπτικής με το δημοσιοϋπαλληλισμό χώρα μας. Και χαρίζοντας στην Ελλάδα τον κοροϊδευτικό τίτλο της χώρας με τους περισσότερους δημοσίους υπαλλήλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση – άνω του ενός εκατομμυρίου σύμφωνα με τα νέα στοιχεία. Ο βαρυφορτωμένος, δυσκίνητος, τερατώδης και δυσλειτουργικός δημόσιος τομέας της χώρας μας βαριανασαίνει και οι παλιές μέρες βασιλείας του δημοσιοϋπαλληλικού ονείρου πνέουν (ή φαίνονται να πνέουν τουλάχιστον) τα λοίσθια.

Η κρίση φαίνεται να συμβάλλει σε αυτό, αφαιρώντας την αύρα «αίγλης» που έδιεπε μέχρι τώρα το Δημόσιο. Ώρα να αποκαθηλώσουμε τις μέχρι τώρα σχετικές ψευδαισθήσεις και φρεναπάτες μας. Ώρα να ξεμπροστιάσουμε και να απομυθοποιήσουμε τον μύθο της «δημοσιοϋπαλληλικής ευμάρειας», του οποία κεντρικά συστατικά ήταν πάντοτε η έλλειψη φαντασίας και τόλμης, η έλλειψη δημιουργικότητας, η μικροπρέπεια, η μιζέρια, η γοητεία της μπουρζουαζίας, της βολεμένης, ασφαλούς μικροαστικής ευτυχίας σε όλο το γνωστό σετ (τηλεόραση, αυτοκίνητο και καινούριο σαλόνι). Ώρα να γκρεμίσουμε εκ βάθρων τα ψεύτικα, ισχύοντα μέχρι τώρα, σπουδαιοφανή είδωλα και να τα αντικαταστήσουμε με καινούρια όνειρα. Ποια θα είναι αυτά; Δεν ξέρω ακόμα αλλά σίγουρα δεν θα προλογίζονται ούτε θα έχουν ως επωδό ή επιμύθιο τη φράση «μπες παιδάκι μου στο Δημόσιο».

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Δημοσιογραφικός λόγος και λέξεις


Λέξεις. Τι είναι οι λέξεις; Σύμβολα επικοινωνίας στα πλαίσια ενός γλωσσικού κώδικα, έρχεται κατευθείαν μία πρόχειρη απάντηση, μαζί με διάφορες «κλασικές» γλωσσολογικές θεωρίες, από την εποχή του Φερδινάνδου ντε Σοσίρ ακόμα, περί σημαίνοντος και σημαινομένου κλπ. Το σίγουρο είναι πως οι λέξεις αποκτούν το νόημά τους εν μέρει και από το πλαίσιο στο οποίο τίθενται, το συγκείμενο, αυτό που αποδίδεται καλύτερα με τον αγγλικό όρο context.

Στην περίπτωση των λέξεων σε ένα δημοσιογραφικό πλαίσιο, τουτέστιν του αποκαλούμενου και δημοσιογραφικού λόγου, το κύριο ζητούμενο είναι – ή τουλάχιστον οφείλει να είναι – η ευθύτητα, η σαφήνεια, η απόδοση διαυγούς νοήματος, να καθίσταται το κείμενο απόλυτα κατανοητό στο κοινό-αποδέκτη του, χωρίς περιθώρια για παρανοήσεις.

Στο σημερινό πολιτισμικό τοπίο, με διάχυτο το πνεύμα του μεταμοντερνισμού, ο ανωτέρω βασικός στόχος του δημοσιογραφικού λόγου – να καταστήσει μία πληροφορία σαφή χωρίς να υποπίπτει σε παγίδες διφορούμενων, αμφίσημων εκφράσεων – φαίνεται είτε να παρακάμπτεται, για διάφορους λόγους, είτε να λησμονείται. Η εντυπωσιοθηρία πολλών δημοσιογράφων τους ωθεί συχνά στην καταστρατήγηση της γλώσσας, η οποία αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα «βολικό», εύπλαστο, κατά τις προθέσεις μας, εργαλείο που μπορεί να παραμορφωθεί και διαστρεβλωθεί με κάθε δυνατό τρόπο, προκειμένου να εξυπηρετήσει ένα συγκεκριμένο σκοπό.

Σαφώς και η γλώσσα έχει το προνόμιο να είναι ένας ευέλικτος, ζωντανός οργανισμός, ένα εργαλείο το οποίο ο κάθε χρήστης της δύναται – και έχει το δικαίωμα – να πλάσει στα χέρια του, να εξελίξει, να υπερβεί συχνά τα στεγάνα του, να εγκαταλείψει την πεπατημένη, τα κλισέ, τις παγιωμένες, τυποποιημένες εκφράσεις, ελπίζοντας πως, με την υπέρβαση αυτή, θα ανάγει το κείμενό του σε κάτι σημαντικότερο, διαχρονικότερο, ενδεχομένως κάτι που θα εντυπωσιάσει, θα αγγίξει και θα αποτυπωθεί εντονότερα στη μνήμη των αναγνωστών του.

Ωστόσο, πρέπει πάντοτε να έχουμε κατά νου πως μιλάμε για δημοσιογραφικό λόγο και ουχί για λογοτεχνία. Ενώ στη λογοτεχνία και δη στην ποίηση ο στόχος είναι εξαρχής η υπέρβαση των στεγανών της γλώσσας, η μεταμόρφωση της γλώσσας, μία ιδιότυπη νίκη έναντι της τυποποίησης και εμπορευματοποίησης της γλώσσας, προκειμένου αυτή από λόγος κοινός, τετριμμένος, πρωτίστως χρηστικός, να αναχθεί σε γλώσσα ακραιφνώς λογοτεχνική, με σκοπούς ποικίλους, αισθητικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς, στην περίπτωση του δημοσιογραφικού λόγου αυτός ο ευγενής αγώνας «απαγκίστρωσης» από τα καθιερωμένα δεσμά της γλώσσας δεν ισχύει.

Φυσικά, και ο δημοσιογράφος δεν πρέπει να περιορίζεται στον αποκαλούμενο και ξύλινο λόγο. Φυσικά και δεν πρέπει ένα δημοσιογραφικό κείμενο να είναι σε όλες τις περιπτώσεις μία ξερή, στεγνή παράθεση τυποποιημένων εκφράσεων, που μεταφέρουν ακέραιο το επιθυμητό νόημα, χωρίς όμως να περιέρχονται στη σφαίρα του «καλογραμμένου κειμένου». Ωστόσο, εις πείσμα των δεκάδων πλέον δημοσιογραφικών κειμένων που υποκύπτουν στη μόδα του βερμπαλισμού, στη διάνθισή τους με κραυγαλέες εκφράσεις και λαβυρινθώδεις συντάξεις, που τελικά αποδεικνύονται πομφόλυγες και φληναφήματα, ο σύγχρονος δημοσιογράφος πρέπει πρωτίστως να κερδίσει το στοίχημα της ενάργειας, την καθαρότητας σκέψης και έκφρασης και να αφοσιωθεί στο να κοινωνήσει τον αναγνώστη του ένα μήνυμα θεμελιωμένο πάνω στην κυριολεκτική σημασία των λέξεων. Ας αφήσουμε τον μεταμοντερνισμό για τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία. Η δημοσιογραφία αφορά στην άμεση πληροφορία – τουλάχιστον στο μεγαλύτερο ποσοστό της, εξαιρουμένων ορισμένων ειδών – και καλύτερα θα ήταν να παραμείνει έτσι, ειδεμή θα ακυρωθεί ο χρηστικός ρόλος της.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Κριτική βιβλίου: Sarah Kane, The Complete Plays


Έρωτας, συνήθως ανεκπλήρωτος, αγριότητα και φυσική βία που δοκιμάζουν τις αντοχές του θεατή: αυτά είναι τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το θέατρο της Σάρα Κέιν, της πιο πολυσυζητημένης ίσως θεατρικής συγγραφέως των τελευταίων είκοσι ετών και βασικής εκπρόσωπου του αμφιλεγόμενου βρετανικού θεατρικού κινήματος in-your-face. Στόχος του τελευταίου, η κατά μέτωπο επίθεση στον θεατή με κάθε είδους προκλήσεις, κυρίως οπτικές και λεκτικές, ανάμεσά τους η αναπαράσταση ακραίων σκηνών βίας και σεξουαλικών πράξεων, και η χρήση ωμής, αποσυναισθηματοποιημένης γλώσσας, με στόχο να αφυπνίσουν τον θεατή από την απάθεια και να διασφαλίσουν την αμέριστη προσοχή του.

Στον σύντομο βίο της επί γης – αυτοκτόνησε σε ηλικία 28 ετών, το 1999 – η Κέιν πρόλαβε να αφήσει ένα αρκετά πλούσιο δραματουργικό σώμα, τηρουμένων των αναλογιών. Πέντε θεατρικά για μία δραματουργό που δεν έκλεισε ποτέ τα τριάντα και που είχε προκαλέσει ζωηρές αντιδράσεις, στα όρια του σκανδάλου, ήδη με το παρθενικό της έργο, το διαβόητο Blasted, εν έτει 1995.

Η έκδοση της Methuen, Sarah Kane: The Complete Plays, αποτελεί σαφέστατα την καλύτερη επιλογή για όποιον θέλει να μυηθεί στο δραματουργικό της σύμπαν ή, εναλλακτικά να το επαναεπισκεφθεί. Στον τόμο αυτό περικλείονται τα πέντε θεατρικά έργα της Βρετανίδας που αποτελούν την παρακαταθήκη της. Με χρονολογική σειρά, που αντιστοιχεί και στην τοποθέτησή τους στην παρούσα έκδοση, πρόκειται για τα: Blasted, Phaedras Love, Cleanse, Crave, Psychosis 4:48, καθώς και το μοναδικό σενάριό της για τηλεταινία, το Skin.

Το πρώτο και πλέον διαβόητο έργο της, το Blasted, αποτελεί κατεξοχήν παράδειγμα της πολυσυζητημένης σκληρότητας και αγριότητας για την οποία επικρίθηκε στο παρελθόν, ιδίως στην αρχή της καριέρας της, η Κέιν. Με εμφανείς επιρρόες από Μπέκετ, η Κέιν τοποθετεί τους ήρωές της σε ένα περιβάλλον που σταδιακά καταρρέει, τόσο σε υλικό όσο και σε άυλο επίπεδο. Η τάξη των πραγμάτων χάνεται, οι καθορισμένοι ρόλοι αποδιαρθρώνονται, ο κεντρικός ήρωας βαθμηδόν υποβαθμίζεται και χάνει ακόμα και τη βασική λειτουργικότητά του και ύπαρξή του. Εμπνευσμένο από τον πόλεμο της Βοσνίας, το έργο επεξεργάζεται τη φύση της σύγκρουσης και το πώς αυτή δομείται πάνω σε πολλαπλούς, ποτέ ανεξάρτητους, πάντα αλλελένδετους άξονες.

Με το Phaedras Love – την «κωμωδία της» όπως σαρκαστικά είχε αποκαλέσει η Κέιν – η συγγραφέας επαναξετάζει τον γνωστό μύθο του Ιππόλυτου και της Φαίδρας και αποκαλύπτει την πολλαπλότητα και συνθετότητα της ανεκπλήρωτης ερωτικής επιθυμίας και τις καταστροφικές συνέπειες αυτής. Θέμα που ίσως ακούγεται αρκετά κοινότοπο, όμως, ιδωμένο υπό το πρίσμα της Κέιν, αποκτά μία σχεδόν χιουμοριστικά βίαιη ποιότητα.

Το Cleanse, αναμφισβήτητα πιο απαιτητικό δραματουργικά έργο της συγγραφέως, συνεχίζει τις εμμονές της Κέιν γύρω από τις σχέσεις έρωτα και εξουσίας, έρωτα και αγριότητας, τοποθετώντας σε έναν απροσδιόριστο χώρο που φέρει τόσο στοιχεία φυλακής όσο και ψυχιατρείου τους ήρωές της, όλοι τους δέσμιοι ενός σαδιστή γιατρού/ τροφίμου, που διευκολύνει με την παρέμβασή του την αναπόφευκτη πορεία του αφανισμού τους.

Ο θεατρικός προσανατολισμός της Κέιν αλλάζει σαφώς με το Crave, με το οποίο η συγγραφέας καταδύεται σε μία γλώσσα πολύ περισσότερο πειραματική, εγκαταλείποντας συγχρόνως τη σύμβαση της πλοκής και επιλέγοντας τέσσερις ασαφείς φωνές-πρόσωπα – πιθανώς θραύσματα μίας ενιαίας ταυτότητας – για να αφηγηθούν μία σειρά ημιαυτοβιογραφικών βιωμάτων.

Το Psychocis 4:48, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του, ανατέμνει τη συνεχιζόμενη κατάθλιψη της Κέιν, που οδήγησε στην αυτοκτονία της. Μονόλογος ουσιαστικά, με την Κέιν να εξελίσσει τους πειραματισμούς σε ύφος και γλώσσα που ξεκίνησε με το Crave, κοινωνώντας στον αναγνώστη την προσμονή και συνάμα τον φόβο απέναντι στην προοπτική του αυτοαφανισμού.

Το σχετικά περιορισμένο ποσοτικά έργο που αφήνει πίσω της η Κέιν είναι ευχή και κατάρα: από τη μια αναλογίζεται κανείς σε τι νέους προορισμούς θα είχε περιπλανηθεί η Βρετανίδα αν δεν είχε πεθάνει τόσο νέα, από την άλλη αποκαλύπτει ένα ταξίδι σύντομο, βίαιο, γεμάτο μεταμορφώσεις, ένα βιβλίο θεατρικών απάντων ανεπανάληπτο, χρονικογράφο της ίδιας της εύθραυστης ψυχολογίας της Κέιν. Αρωγός στη μύησή μας στο σύμπαν της είναι και η εισαγωγή του βιβλίου από τον David Greig που καλύτερο θα ήταν να διαβαστεί αναδρομικά, μετά την ανάγνωση των ίδιων των έργων, αφού αποκαλύπτει πολλά σημαντικά στοιχεία της πλοκής τους.