Τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης: προσφιλές θέμα τόσο για λυκειακές εκθέσεις όσο και για επαγγελματίες αρθρογράφους. Θέμα πάντα πάντα επίκαιρο, αφού και οι εκφάνσεις του είναι πολυποίκιλες και καθόλου ευάριθμες: έκφραση πολιτική, καλλιτεχνική, κοινωνική, εθνική κ.ο.κ. Θέμα που εκ πρώτης όψεως φαντάζει πολυπαιγμένο, χιλιοειπωμένο, όμως αυτή του η «τριβή» δεν αναιρεί τη σημασία του και τη σπουδαιότητά του, ιδίως σε μία κοινωνία όπως η σημερινή, πολυπολιτισμική, πολυμορφική και – ίσως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο – λιγότερο ανεκτική απ’ό,τι θα προσδοκούσε κανείς, αναλογικά με αυτή ακριβώς την πολυδιάστατη φύση της.
Εκ πρώτης όψεως, επίσης, φαίνεται να υπάρχουν και δύο απαντήσεις στο ανωτέρω ερώτημα, όσο κι αν κι αυτές κινούνται στα όρια του αναμενόμενου: «Ναι, υπάρχουν όρια στην ελευθερία της έκφρασης» και «Όχι, δεν υπάρχουν όρια στην ελευθερία της έκφρασης». Αμφότερες οι απαντήσεις χρειάζονται την περαιτέρω αιτιολόγησή τους: Ποια είναι τα όρια που θα μπορούσαν να τεθούν στην ελευθερία της έκφρασης και ποια θα είναι τα κριτήρια αυτών; Και εναλλακτικά, βάσει ποίας επιχειρηματολογίας πρέπει να αποκλειστεί εντελώς η πιθανότητα να τεθούν όρια στην έκφραση;
Η απάντηση, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, βρίσκεται κάπου στη μέση, όσο κι αν αυτό φαντάζει στιγμιαία αδύνατο, οξύμωρο, με δύο ερωτήματα φαινομενικά ασυμβίβαστα μεταξύ τους, αλληλοαποκλειούμενα. Πώς μπορεί κανείς να υποστηρίζει να μην υπάρχουν όρια στην ελευθερία της έκφρασης και συγχρόνως να υποδεικνύει ένα είδος ορίου;
Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει οτιδήποτε στον σύγχρονο πολιτισμένο κόσμο, είτε υλικό είτε άυλο, στο οποίο να μην τίθεται έστω και ένα ελάχιστο όριο, είτε γραπτό είτε άγραφο, είτε ποινικό είτε εθιμικό. Ο Άγγλος φιλόσοφος Τόμας Χομπς είχε τονίσει πολύ εύστοχα πως ο άνθρωπος θυσίασε την ελευθερία του για την επιβίωση, για να μπορέσει να συστήσει ένα οργανωμένο περιβάλλον, την κοινωνία, και να ζήσει μέσα σε αυτή. Η ελευθερία που βιώνουμε σήμερα, ως μέλη μίας κοινωνίας, είναι μία, συνειδητά και με ομόφωνη συγκατάθεση, ευνουχισμένη ελευθερία, μερική ελευθερία, περιορισμένη ελευθερία, ένα ημίμετρο στη θέση μίας πλήρους ελευθερίας, η οποία είναι ανέφικτη, αφού η επιστροφή της θα σήμαινε την καταβαράθρωση των κοινωνικών συμβολαίων, δηλαδή μίας ειρηνικής και ασφαλούς συνύπαρξης ανθρώπων, δίχως βία και χάος.
Στην ίδια συλλογιστική περί ελευθερίας υπόκειται και το ξεχωριστό υποείδος της, η ελευθερία της έκφρασης. Τι θέλω να πω με αυτό; Η ελευθερία της έκφρασης επιτρέπεται μέχρι εκεί που δεν βλάπτει ενεργά κάποιον – με αυτό εννοώ κάποιον άλλον από αυτόν που δημιουργεί αυτή την έκφραση, αφού υποστηρίζω σφόδρα το δικαίωμα σε κάποιον να ορίζει και να κυβερνά το σώμα του όπως ακριβώς το επιθυμεί (χαρακτηριστικό παράδειγμα οι performance artists που συχνά ακρωτηριάζουν και παραμορφώνουν το σώμα τους ως ένα παράδειγμα «εξτρεμιστικής» και προκλητικής τέχνης).
Ωστόσο, το τι σημαίνει «βλάπτω τον άλλον» σηκώνει και αυτό συζήτηση. Η χιονοστιβάδα «πολιτικής ορθότητας» (political correctness) που έχει καταπλακώσει τον δημόσιο βίο τα τελευταία είκοσι περίπου χρόνια έχει νοθεύσει, επικινδύνως πολλές φορές, όρους που προηγουμένως φάνταζαν αρκετά ξεκάθαροι. Η έννοια της λέξης «βία», για παράδειγμα, έχει διογκωθεί επικίνδυνα, αρχής γενομένης φυσικά από την κοιτίδα της πολιτικής ορθότητας, τις ΗΠΑ. Τα τελευταία χρόνια, έχουν σημειωθεί ακόμα και περιστάτικα τύπου: υπάλληλος σε γραφείο να δέχεται μήνυση για σεξουαλική παρενόχληση από γυναίκα συνάδελφό του επειδή διηγήθηκε ένα σεξιστικό ανέκδοτο στο εργασιακό περιβάλλον. Είναι άλλο πράγμα να καταδικάζεις τη συμπεριφορά κάποιου ως κακόγουστη και προσβλητική, όπως είναι ένα σεξιστικό ανέκδοτο, και άλλον να τη δαιμονοποιείς και την πλασάρεις με περίβλημα «ψυχολογικής βίας». Η βία παραμένει, κατεξοχήν, μία έννοια που αναφέρεται στη φυσική υπόσταση και πρέπει να διαχωριστεί από τις λέξεις, οι οποίες δεν δύνανται να υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς με το σώμα. Ακόμα κι έτσι, όμως, μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί τον λόγο όπως επιθυμεί, να προσβάλλει ό,τι θέλει και όπως θέλει.
Με άλλα λόγια, είμαι υπέρ μίας αποσυναισθηματοποίησης των ανθρώπων ως προς την εννοούμενη «προσβολή» που προκύπτει μέσα από την έκφραση. Θεωρώ την ποινική διάσταση της «εξύβρισης» ορθώς χρησιμοποιούμενη μόνο σε πολύ λίγες, ακραίες περιπτώσεις. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ σωστή την ποινικοποίηση της προσβολής των αποκαλούμενων «εθνικών» και πάτριων συμβόλων – είναι τουλάχιστον άτοπο και άστοχο σε μία παγκοσμιοποιημένη εποχή όπως η σημερινή να αγκιστρωνόμαστε σε τέτοιες έννοιες-απολιθώματα. Δεν θεωρώ ότι κάποιος πρέπει να αποτραπεί από το να λέει σεξιστικά ή ρατσιστικά ανέκδοτα στους συναδέλφους του ή να παρελαύνει διαδηλώνοντας υπέρ του Ναζισμού ή να εκθέτει ένα έργο τέχνης που αντλεί από μία π.χ. παιδοφιλική αισθητική. Καμία από τις παραπάνω ενέργειες δεν μπορεί να βγάλει, ως διά μαγείας, χέρια ή όπλα και να επιτεθεί σε άλλους – όποιος δεχθεί αρνητικές ή θετικές επιρροές από τις παραπάνω ενέργειες, είναι και υπεύθυνος γι’ αυτό, όπως και όλοι είμαστε υπεύθυνοι του εαυτού μας, κατά την υπαρξιστική θεώρηση του Σαρτρ. Και εκτός των άλλων, το να μπει τροχοπέδη στην ελευθερία της έκφρασης (άλλο από τον σεβασμό στην φυσική ακεραιότητα και περιουσία του άλλου) θα μπορούσε να λειτουργήσει ως Κερκόπορτα για να ξεγλιστρήσουν ύπουλα και σταδιακά, ολοένα περισσότεροι περιορισμοί, ιδιαίτερα στον σημερινό κόσμο της τρομολαγνείας, του «φακελώματος» και του έμμεσου παγκόσμιου «συγκεντρωτισμού».