Τι σηματοδοτεί η αποχή-ρεκόρ από τις φετινές δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές; Πολύ μελάνι έχει χυθεί εις άγραν απάντησης. Ομοίως, ουδόλως λίγος τηλεοπτικός χρόνος έχει δαπανηθεί – είτε στα παράθυρα των δελτίων ειδήσεων είτε στα μακρόστενα τραπέζια των αμερικανοτρόπων «τοκ σόου» - για το ζήτημα της πρωτοφανούς αποχής, της εννοιολογικής διάστασης του, καθώς και των αποτελεσμάτων που φέρει στην ελληνική κοινωνία.
Πρόκειται για ένα ερώτημα που επιδέχεται πολλαπλών απαντήσεων. Άλλωστε, θα ήταν υπεραπλούστευση και απλοϊκή θεώρηση του ζητήματος να υποστηρίξουμε πως η αποχή, ως φαινόμενο που έχει λάβει πλέον μαζικές διαστάσεις και στη χώρα μας (ακολουθώντας αντίστοιχες τάσεις άλλων κρατών της Δύσης) πρώτον, εκφράζει μόνο ένα μήνυμα και μία κατάσταση, και δεύτερον, η επίδραση που ασκεί είναι μονόπλευρη και μεμονωμένη. Αντ’ αυτού, ως προϊόν ενδεικτικό του πολύμορφου κοινωνικού και πολιτικού τοπίου και εκφραστής αυτού, η αποχή χαίρει τόσο πολλαπλών αιτίων όσο και αποτελεσμάτων, συμβάλλοντας βεβαίως στο κλίμα σύγχυσης (ιδεολογικής και άλλων ειδών) που επικρατεί στη χώρα μας.
Πρωτίστως, η αποχή σηματοδοτεί αυτό ακριβώς που διατείνονται όλα τα μέσα, το πλέον προφανές λαϊκό μήνυμα: δυσαρέσκεια. Δεν είναι τυχαίο πως η σταδιακή όξυνση που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία, όξυνση των πραγμάτων σε επίπεδο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, αποκρυσταλλώνεται μέσα από τη διογκούμενη δυσπιστία και δυσαρέσκεια του ελληνικού λαού. Η διαφθορά, η δυσλειτουργία όλων των μεγάλων συστημάτων, η αύξηση της εγκληματικότητας, η μεγέθυνση της φτώχειας και της ανεργίας, σε συνδυασμό βεβαίως με τη διόγκωση όλων αυτών χάρη στον παρεμβατικό ρόλο των τρομολάγνων μέσων, έχουν συμβάλλει στην άνοδο της δυσαρέσκειας και έχουν παίξει καθοριστικό ρόλο στην καλλιέργεια του κλίματος αποχής και αποστασιοποίησης από τα πολιτικά πράγματα. Η οικονομική κρίση που βιώνει πλέον η ελληνική κοινωνία συνέβαλε στην κλιμάκωση αυτής της δυσαρέσκειας, με φυσικό και διόλου αναπάντεχο επακόλουθό της τα εντυπωσιακά ποσοστά αποχής από τις εκλογές. Η δυσπιστία απέναντι στην αποτελεσματικότητα των πολιτικών θεσμών και απέναντι στην όποια ισχύ φαινόταν να κατέχει κάποτε η ψήφος έχουν επισφραγίσει για πολλούς την απόφαση «όχι, δεν θα ψηφίσω».
Δευτερευόντως, βέβαια, η αποχή αποτελεί και αποχρώσα ένδειξη του ολοένα μεγαλύτερου απολιτικού κλίματος που χαρακτηρίζει την κοινωνία μας. Δεν είναι ακριβώς έκπληξη ότι μεγάλη μερίδα της νεολαίας συνδέει εσφαλμένα την κομματικοποίηση με την πολιτικοποίηση. Οι εικόνες και τα ερεθίσματα που δέχονται από την πολιτική σφαίρα και τους πολιτικοποιημένους συνομηλίκους δεν είναι οι πιο ελκυστικές και ευχάριστες. Σε ένα πνεύμα απλούστευσης και γενίκευσης – δυστυχώς σε ένα σημαντικό βαθμό δικαιολογημένης – οι περισσότεροι νέοι ρίχνουν τα πάντα, ομοειδή και μη, στο ίδιο τσουβάλι και συλλογικά αφορίζουν τους πολιτικούς θεσμούς ως κάτι απεχθές και κάτι που πάντως δεν αφορά τους ίδιους, τις ζωές τους, τις επιδιώξεις και τις ανησυχίες τους. Η πολιτική αντιμετωπίζεται ως οιονεί επιστημονική φαντασία, μία πραγματικότητα υπερρεαλιστική, απομακρυσμένη από την καθημερινότητα, μία φαντασιακή πραγματικότητα στην οποία δεν αξίζει να αφιερώσει χρόνο κανείς, αφού δεν πρόκειται να ωφεληθεί. Φυσικά αυτή η κοσμοθεωρία εντάσσεται μερικώς και στην προαναφερόμενη μαζική δυσπιστία της κοινωνίας απέναντι στα πολιτικά πράγματα, με την οποία γαλουχείται η νέα γενιά.
Φυσικά, μία μερίδα των όσων απείχαν ενδεχομένως να εκφράζουν και μία σταδιακή στροφή προς νέες ιδεολογίες. Δεν είναι τυχαία άλλωστε πως η αποχή αποτελεί βασική θέση σε ιδεολογίες όπως η αναρχία – σε καιρούς βαθιάς πολιτικής κρίσης όπως η τωρινή, ευνοείται η στροφή, περιορισμένη ή μη, προς άλλες ιδεολογίες, από τον φασισμό μέχρι την αναρχία.
Για την επίδραση που η αποχή-μαμούθ των φετινών εκλογών επιφυλάσσει για την κοινωνία μας είναι νωρίς ακόμα να αποφανθεί κανείς. Ωστόσο, είναι γεγονός πως η αποχή, ως συνειδητή απόφαση και ακόμα καλύτερα επενδυμένη με το προκάλυμμα της «πολιτικής πρότασης», έχει αποενοχοποιηθεί για τα καλά πλέον. Ολοένα περισσότερο ακούει κανείς σε πηγαδάκια νεαρών και όχι τόσο νεαρών, να εξυμνούνται τα καλά της αποχής και η δύναμη που αυτή χαρίζει στον λαό. Η όποια ντροπή και απροθυμία που χαρακτήριζαν κάποτε τον Έλληνα που είχε προβεί ή σκόπευε να προβεί στη μη-ψήφο έχουν ξεπεραστεί και αποκαθηλωθεί από τον θρόνο τους. Η αποχή παγιώνει την ισχύ της και μεταμορφώνεται στο νέο λάβαρο γύρω από το οποίο συσπειρώνεται μία επιφανειακά δυσαρεστημένη και συνειδητοποιημένη νεολαία, η οποία ωστόσο στην πραγματικότητα φλερτάρει επικίνδυνα με τον (α)πολιτικό αυτισμό. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως πλήθος νέων που μίλησαν για λογαριασμό της τηλεοπτικής κάμερας αγνοούσαν ακόμα και τα ονόματα των υποψηφίων για τις περιοχές στις οποίες ψήφιζαν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου