Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

Δημοσιογραφικός λόγος και λέξεις


Λέξεις. Τι είναι οι λέξεις; Σύμβολα επικοινωνίας στα πλαίσια ενός γλωσσικού κώδικα, έρχεται κατευθείαν μία πρόχειρη απάντηση, μαζί με διάφορες «κλασικές» γλωσσολογικές θεωρίες, από την εποχή του Φερδινάνδου ντε Σοσίρ ακόμα, περί σημαίνοντος και σημαινομένου κλπ. Το σίγουρο είναι πως οι λέξεις αποκτούν το νόημά τους εν μέρει και από το πλαίσιο στο οποίο τίθενται, το συγκείμενο, αυτό που αποδίδεται καλύτερα με τον αγγλικό όρο context.

Στην περίπτωση των λέξεων σε ένα δημοσιογραφικό πλαίσιο, τουτέστιν του αποκαλούμενου και δημοσιογραφικού λόγου, το κύριο ζητούμενο είναι – ή τουλάχιστον οφείλει να είναι – η ευθύτητα, η σαφήνεια, η απόδοση διαυγούς νοήματος, να καθίσταται το κείμενο απόλυτα κατανοητό στο κοινό-αποδέκτη του, χωρίς περιθώρια για παρανοήσεις.

Στο σημερινό πολιτισμικό τοπίο, με διάχυτο το πνεύμα του μεταμοντερνισμού, ο ανωτέρω βασικός στόχος του δημοσιογραφικού λόγου – να καταστήσει μία πληροφορία σαφή χωρίς να υποπίπτει σε παγίδες διφορούμενων, αμφίσημων εκφράσεων – φαίνεται είτε να παρακάμπτεται, για διάφορους λόγους, είτε να λησμονείται. Η εντυπωσιοθηρία πολλών δημοσιογράφων τους ωθεί συχνά στην καταστρατήγηση της γλώσσας, η οποία αντιμετωπίζεται πλέον ως ένα «βολικό», εύπλαστο, κατά τις προθέσεις μας, εργαλείο που μπορεί να παραμορφωθεί και διαστρεβλωθεί με κάθε δυνατό τρόπο, προκειμένου να εξυπηρετήσει ένα συγκεκριμένο σκοπό.

Σαφώς και η γλώσσα έχει το προνόμιο να είναι ένας ευέλικτος, ζωντανός οργανισμός, ένα εργαλείο το οποίο ο κάθε χρήστης της δύναται – και έχει το δικαίωμα – να πλάσει στα χέρια του, να εξελίξει, να υπερβεί συχνά τα στεγάνα του, να εγκαταλείψει την πεπατημένη, τα κλισέ, τις παγιωμένες, τυποποιημένες εκφράσεις, ελπίζοντας πως, με την υπέρβαση αυτή, θα ανάγει το κείμενό του σε κάτι σημαντικότερο, διαχρονικότερο, ενδεχομένως κάτι που θα εντυπωσιάσει, θα αγγίξει και θα αποτυπωθεί εντονότερα στη μνήμη των αναγνωστών του.

Ωστόσο, πρέπει πάντοτε να έχουμε κατά νου πως μιλάμε για δημοσιογραφικό λόγο και ουχί για λογοτεχνία. Ενώ στη λογοτεχνία και δη στην ποίηση ο στόχος είναι εξαρχής η υπέρβαση των στεγανών της γλώσσας, η μεταμόρφωση της γλώσσας, μία ιδιότυπη νίκη έναντι της τυποποίησης και εμπορευματοποίησης της γλώσσας, προκειμένου αυτή από λόγος κοινός, τετριμμένος, πρωτίστως χρηστικός, να αναχθεί σε γλώσσα ακραιφνώς λογοτεχνική, με σκοπούς ποικίλους, αισθητικούς, πολιτικούς, κοινωνικούς, στην περίπτωση του δημοσιογραφικού λόγου αυτός ο ευγενής αγώνας «απαγκίστρωσης» από τα καθιερωμένα δεσμά της γλώσσας δεν ισχύει.

Φυσικά, και ο δημοσιογράφος δεν πρέπει να περιορίζεται στον αποκαλούμενο και ξύλινο λόγο. Φυσικά και δεν πρέπει ένα δημοσιογραφικό κείμενο να είναι σε όλες τις περιπτώσεις μία ξερή, στεγνή παράθεση τυποποιημένων εκφράσεων, που μεταφέρουν ακέραιο το επιθυμητό νόημα, χωρίς όμως να περιέρχονται στη σφαίρα του «καλογραμμένου κειμένου». Ωστόσο, εις πείσμα των δεκάδων πλέον δημοσιογραφικών κειμένων που υποκύπτουν στη μόδα του βερμπαλισμού, στη διάνθισή τους με κραυγαλέες εκφράσεις και λαβυρινθώδεις συντάξεις, που τελικά αποδεικνύονται πομφόλυγες και φληναφήματα, ο σύγχρονος δημοσιογράφος πρέπει πρωτίστως να κερδίσει το στοίχημα της ενάργειας, την καθαρότητας σκέψης και έκφρασης και να αφοσιωθεί στο να κοινωνήσει τον αναγνώστη του ένα μήνυμα θεμελιωμένο πάνω στην κυριολεκτική σημασία των λέξεων. Ας αφήσουμε τον μεταμοντερνισμό για τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία. Η δημοσιογραφία αφορά στην άμεση πληροφορία – τουλάχιστον στο μεγαλύτερο ποσοστό της, εξαιρουμένων ορισμένων ειδών – και καλύτερα θα ήταν να παραμείνει έτσι, ειδεμή θα ακυρωθεί ο χρηστικός ρόλος της.

Τετάρτη 20 Οκτωβρίου 2010

Κριτική βιβλίου: Sarah Kane, The Complete Plays


Έρωτας, συνήθως ανεκπλήρωτος, αγριότητα και φυσική βία που δοκιμάζουν τις αντοχές του θεατή: αυτά είναι τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το θέατρο της Σάρα Κέιν, της πιο πολυσυζητημένης ίσως θεατρικής συγγραφέως των τελευταίων είκοσι ετών και βασικής εκπρόσωπου του αμφιλεγόμενου βρετανικού θεατρικού κινήματος in-your-face. Στόχος του τελευταίου, η κατά μέτωπο επίθεση στον θεατή με κάθε είδους προκλήσεις, κυρίως οπτικές και λεκτικές, ανάμεσά τους η αναπαράσταση ακραίων σκηνών βίας και σεξουαλικών πράξεων, και η χρήση ωμής, αποσυναισθηματοποιημένης γλώσσας, με στόχο να αφυπνίσουν τον θεατή από την απάθεια και να διασφαλίσουν την αμέριστη προσοχή του.

Στον σύντομο βίο της επί γης – αυτοκτόνησε σε ηλικία 28 ετών, το 1999 – η Κέιν πρόλαβε να αφήσει ένα αρκετά πλούσιο δραματουργικό σώμα, τηρουμένων των αναλογιών. Πέντε θεατρικά για μία δραματουργό που δεν έκλεισε ποτέ τα τριάντα και που είχε προκαλέσει ζωηρές αντιδράσεις, στα όρια του σκανδάλου, ήδη με το παρθενικό της έργο, το διαβόητο Blasted, εν έτει 1995.

Η έκδοση της Methuen, Sarah Kane: The Complete Plays, αποτελεί σαφέστατα την καλύτερη επιλογή για όποιον θέλει να μυηθεί στο δραματουργικό της σύμπαν ή, εναλλακτικά να το επαναεπισκεφθεί. Στον τόμο αυτό περικλείονται τα πέντε θεατρικά έργα της Βρετανίδας που αποτελούν την παρακαταθήκη της. Με χρονολογική σειρά, που αντιστοιχεί και στην τοποθέτησή τους στην παρούσα έκδοση, πρόκειται για τα: Blasted, Phaedras Love, Cleanse, Crave, Psychosis 4:48, καθώς και το μοναδικό σενάριό της για τηλεταινία, το Skin.

Το πρώτο και πλέον διαβόητο έργο της, το Blasted, αποτελεί κατεξοχήν παράδειγμα της πολυσυζητημένης σκληρότητας και αγριότητας για την οποία επικρίθηκε στο παρελθόν, ιδίως στην αρχή της καριέρας της, η Κέιν. Με εμφανείς επιρρόες από Μπέκετ, η Κέιν τοποθετεί τους ήρωές της σε ένα περιβάλλον που σταδιακά καταρρέει, τόσο σε υλικό όσο και σε άυλο επίπεδο. Η τάξη των πραγμάτων χάνεται, οι καθορισμένοι ρόλοι αποδιαρθρώνονται, ο κεντρικός ήρωας βαθμηδόν υποβαθμίζεται και χάνει ακόμα και τη βασική λειτουργικότητά του και ύπαρξή του. Εμπνευσμένο από τον πόλεμο της Βοσνίας, το έργο επεξεργάζεται τη φύση της σύγκρουσης και το πώς αυτή δομείται πάνω σε πολλαπλούς, ποτέ ανεξάρτητους, πάντα αλλελένδετους άξονες.

Με το Phaedras Love – την «κωμωδία της» όπως σαρκαστικά είχε αποκαλέσει η Κέιν – η συγγραφέας επαναξετάζει τον γνωστό μύθο του Ιππόλυτου και της Φαίδρας και αποκαλύπτει την πολλαπλότητα και συνθετότητα της ανεκπλήρωτης ερωτικής επιθυμίας και τις καταστροφικές συνέπειες αυτής. Θέμα που ίσως ακούγεται αρκετά κοινότοπο, όμως, ιδωμένο υπό το πρίσμα της Κέιν, αποκτά μία σχεδόν χιουμοριστικά βίαιη ποιότητα.

Το Cleanse, αναμφισβήτητα πιο απαιτητικό δραματουργικά έργο της συγγραφέως, συνεχίζει τις εμμονές της Κέιν γύρω από τις σχέσεις έρωτα και εξουσίας, έρωτα και αγριότητας, τοποθετώντας σε έναν απροσδιόριστο χώρο που φέρει τόσο στοιχεία φυλακής όσο και ψυχιατρείου τους ήρωές της, όλοι τους δέσμιοι ενός σαδιστή γιατρού/ τροφίμου, που διευκολύνει με την παρέμβασή του την αναπόφευκτη πορεία του αφανισμού τους.

Ο θεατρικός προσανατολισμός της Κέιν αλλάζει σαφώς με το Crave, με το οποίο η συγγραφέας καταδύεται σε μία γλώσσα πολύ περισσότερο πειραματική, εγκαταλείποντας συγχρόνως τη σύμβαση της πλοκής και επιλέγοντας τέσσερις ασαφείς φωνές-πρόσωπα – πιθανώς θραύσματα μίας ενιαίας ταυτότητας – για να αφηγηθούν μία σειρά ημιαυτοβιογραφικών βιωμάτων.

Το Psychocis 4:48, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του, ανατέμνει τη συνεχιζόμενη κατάθλιψη της Κέιν, που οδήγησε στην αυτοκτονία της. Μονόλογος ουσιαστικά, με την Κέιν να εξελίσσει τους πειραματισμούς σε ύφος και γλώσσα που ξεκίνησε με το Crave, κοινωνώντας στον αναγνώστη την προσμονή και συνάμα τον φόβο απέναντι στην προοπτική του αυτοαφανισμού.

Το σχετικά περιορισμένο ποσοτικά έργο που αφήνει πίσω της η Κέιν είναι ευχή και κατάρα: από τη μια αναλογίζεται κανείς σε τι νέους προορισμούς θα είχε περιπλανηθεί η Βρετανίδα αν δεν είχε πεθάνει τόσο νέα, από την άλλη αποκαλύπτει ένα ταξίδι σύντομο, βίαιο, γεμάτο μεταμορφώσεις, ένα βιβλίο θεατρικών απάντων ανεπανάληπτο, χρονικογράφο της ίδιας της εύθραυστης ψυχολογίας της Κέιν. Αρωγός στη μύησή μας στο σύμπαν της είναι και η εισαγωγή του βιβλίου από τον David Greig που καλύτερο θα ήταν να διαβαστεί αναδρομικά, μετά την ανάγνωση των ίδιων των έργων, αφού αποκαλύπτει πολλά σημαντικά στοιχεία της πλοκής τους.